 Ίδιες κινήσεις. Η ίδια σκηνή, σε επανάληψη. Βάδιζε μέχρι το χείλος του γκρεμού, κοιτούσε το χάος που απλωνόταν κάτω απ’ τα πόδια του, ζαλιζόταν και υποχωρούσε. Ο κίνδυνος που καθρεφτιζόταν στα μάτια του επιδεικτικά θρασύς, έκανε το φόβο του μη αναστρέψιμο. Πάλευε απεγνωσμένα να βρει άλλη λύση, μία παράπλευρη ίσως οδό. Ξεγελούσε μόνο τον εαυτό του, παρέτεινε το αναπόφευκτο. Μόνη εναλλακτική, να επιστρέψει πίσω. Άστοχη.. Του είχε πάρει αρκετό χρόνο να φτάσει ως εδώ, αν γύριζε, θα ήταν σαν να ματαίωνε όλη του την προσπάθεια. Το ταξίδι του.. Αυτό το λεπτό τεντωμένο σχοινί, η μόνη του διέξοδος. Ή το τέλος του. Πώς θα ισορροπούσε πάνω του για να περάσει απέναντι; Το σώμα του δεν ήταν ποτέ σταθερό στ'αλήθεια. Άλλωστε τα ύψη του προκαλούσαν ίλιγγο από παιδί.. Δεν μίλησε ποτέ σε κανέναν γι’ αυτό. Ούτε για τις υπόλοιπες φοβίες του. Όλοι θεωρούσαν πως διαθέτει απίστευτη δύναμη. A real fighter.. Το είχε πιστέψει ακόμη κι ο ίδιος. Και τώρα που βρέθηκε εντελώς μόνος, άνοιξε εκείνο το μικρό κουτάκι που είχε ξεχάσει μέσα του κλειδωμένο από καιρό. Αντιμέτωπος ξαφνικά με κομμάτια που νόμιζε ότι δεν θα ενώσει ποτέ. Εκείνος κι οι φόβοι του.. Η τελευταία του, ίσως, ευκαιρία να αποδείξει ότι δεν είναι δειλός. Το χρωστούσε μόνο σε έναν. Πήρε μια βαθιά ανάσα και, χωρίς να ρίξει τη παραμικρή ματιά πίσω του, πάτησε πάνω στο σκοινί.. Ετικέτες Το κουτί της Πανδώρας |